Το φως γεννιέται απ' το σκοτάδι
Σκοτάδι. Μαύρο. Πυκνό. Ανυπόφορο. Ήθελε να ουρλιάξει, μα η φωνή της άφαντη. Ήθελε κάτι να δει, ένα χρώμα, ένα λουλούδι, τον ουρανό ή τη θάλασσα. Αδύνατον. ‘Κείνο το σκοτάδι την περικύκλωνε καιρό τώρα, κράταγε σφιχτά το κορμί της στην αγκαλιά του, της ψιθύριζε σιγανά στ’ αυτί: «Εδώ είμαι, δε θα φύγω ποτέ». Κι εκείνη το πίστευε, του παραδινόταν αμαχητί. Πέρασαν έξι μήνες που την έδιωξαν απ’ τη δουλειά. Ξαφνικά. Αιτία; Αυτή που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμα της τα τελευταία χρόνια. Βούλιαζε μέρα με τη μέρα. Γεννιόταν απόγνωση πίσω από κάθε νέα απόρριψη. Τα παρήγορα λόγια της μάνας της έβρισκαν πάνω σε τοίχο. Κι άρχισε να ‘ναι ένα με το σπίτι,κομμάτι του, έπιπλο του. Νόημα για ζωή δεν έβρισκε πουθενά, σκέψη με χρώματα λευκά είχε να κάνει μήνες. Ντύθηκε με πίκρα κι απογοήτευση και δε ξανάβγαλε τ’ άσχημα αυτά ρούχα. Ένας ήχος έφτανε από μακριά. Αδιάφορος ο προορισμός του μα την ενοχλούσε καθώς ξάπλωνε κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Μα την αλήθεια τι επίμονος ήχος! Η πόρτα του δωματίου άνοι...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου